Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Κυπριακή φιλοξενία

Στις αρχές του Απρίλη η Ομοσπονδία Ποδηλασίας τζιαι ειδικόττερα οι αθρώποι πίσω που το Cyprus Sunshine Cup εδιοργανώσαν τον πρώτο διεθνή Ποδηλατικό Γύρο Γεροσκήπου. Στα πλαίσια της προετοιμασίας για τον αγώνα εβρέθηκα κατά της 11 τη νύχτα να κάμνω τόξα με spray πας το δρόμο τζιαι να βάλλω σχετικές ανακοινώσεις στα σπίθκια των μικροσκοπικών χωρκών στις όχθες του Διάριζου που τα οποία επερνούσε ο αγώνας.

Τα χωρκά τούτα εχτός που πολλά μιτσιά, εθυμίσαν μου τζιαι άλλες εποχές. Εποχές που ο κόσμος εζούσε ένα με τη φύση, τζιαι που δουλειά (ως χώρος) τζιαι σπίτι εν επολλοξεχωρίζαν… Αυλάες με τις κάσσιες των πορικών ή με εργαστήρια μέσα τζιαι τα εργαλεία της δουλειάς να σμίουν με τα παιχνίθκια των κοπελλουθκιών. Οι εικόνες εθυμίσαν μου μιαν άλλη Κύπρο, με κόσμο που η δουλειά του εν έξω στη φύση τζιαι που η φύση καθορίζει το οχτάωρο τζιαι όι το ρολόι, κόσμο απλό τζιαι αγαθό τζιαι όπως αποδείχτηκε τζιήνη τη νύχτα με ανοιχτές τις πόρτες του για τον καθένα που εν να περάσει το καντζιέλλι της αυλής του.

Με τες πρώτες ανακοινώσεις που εστερέωσα στις σσιησμαθκιές των πόρτων τζιαι μέσα στα κάντζιελλα των παραθύρων αρκέψαν να ανάφκουν τα φώτα τζιαι να αννοίουν οι πόρτες. Μετά που την αρχική επιφυλαχτικότητα τζιαι τες εξηγήσεις για το τι εγύρεφκα έτσι ώρα μες τες αυλάες τους, οι πόρτες των σπιθκιών αννοίασιν διάπλατα. Εν θυμούμαι πόσες φορές άκουσα τζίνη τη νύχτα “κόπιασε γιε μου να πιείς ένα καφέ/ζιβανία/κρασί/νερό/λεμονάδα/φάεις ένα πιάτο φαΐ”. Θυμούμαι όμως πως σε κάθε περίπτωση εδυσκολεύτηκα να απορρίψω τη πρόσκληση. Στο “να ‘σαι καλά μάστρε/γιαγιά/κουμπάρε, έχω ακόμα πολλή δουλειά” η σίουρη απάντηση ήταν “οι δουλειές εν λίφκουν γιέ μου, πιέ ένα βρόκκο να πνάσεις τζιε πάλε”. Ο χρόνος επίεζε με πολλά όμως οπότε πέραν που καμιά θκιό καντίλες νερό εν τους εκαταδέχτηκα.

Εντυπωσιάσαν με πολλά όμως τούτοι οι αθρώποι. Έχοντας πολλά χρόνια να πάω στο χωρκό είχα ξεχάσει πως εν ο κόσμος που εν ζιει μέσα ή κοντά στες πόλεις. Θωρώ τους που περνώ που μες τα χωρκά τους με το ποδήλατο ή άμα στήνουμε τη διαδρομή κανενός αγώνα αλλά είσσιε τζιαιρο να συνοπλαστώ μαζί τους. Ακούμε που τους ξένους που έρκουνται να βουρίσουν στους αγώνες μας για τη φιλοξενία μας τζιαι παραξενεφκούμαστε αφού εμείς θωρούμε τους Κυπραίους έτοιμους να φάσιν ο ένας τον άλλο. Οι συγκεκριμένοι ξένοι όμως εν έρκουνται με για τις πόλεις μας, με για τα κκαφέ μας μας. Τζιαι τζιήνο για το οποίο έρκουνται βρίσκουν το σε έτσι χωρκούθκια, ξεχασμένα που το χρόνο τζιαι που την αλλοτρίωση των πόλεων μας με κόσμο που εν εξίασε τι σημαίνει να είσαι άθρωπος.

3 σχόλια:

  1. βρίσκω και εγώ πολύ παράξενα όμορφο πως οι εποχές βρίσκονται σε διαφορετικές ταχύτητες σε διαφορετικούς τόπους και αθρώπους

    αλλά να σου πω και κάτι;

    ακόμα και στις πόλεις, άμαν εν βαστάς το αυτοκίνητο, τζιαι περπατάς, θωρείς άλλα πράματα, θωρείς άλλη εικόνα

    από ποια χωριά πέρασες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σίγουρα οι πόλεις μας εν πολλά διαφορετικές όταν τις βλέπεις από κοντά σε σύγκριση με το να τις βλέπεις “μέσα που τη γυάλα” του αυτοκινήτου. Τζιαι πάλε όμως τα χωρκά τούτα τζιαι κυρίως ο κόσμος τους είχαν μιαν άλλη αύρα… Ίσως να ήταν η νοσταλγία τζιαι οι εικόνες που παιδικές αναμνήσεις… εκάμαν με να νοιώσω περίεργα - τζιαι άρεσε μου.

    Τα χωρκά που επέρασα εν τζίνα που βρίσκεις κατεβένωντας παράλληλα με το Διάριζο που τον Άγιο Νικόλαο ως τα Κούκλια, δηλαδή: Πραιτώρι, Κεδάρες, Κιδάσι, Άγιος Γεώργιος, Μαμόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ρε συμποδηλάτη μα ποιος εισαι τζαι μάλιστα 29 χρονών??????????

    στείλε μου e mail osr55@hotmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή